διακαής

διακαής
ης, ες
1) пылкий; пламенный, горячий;

διακαής πόθος ( — или επιθυμία) — горячее желание; — пламенная мечта;

2) уст. горящий, пылающий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "διακαής" в других словарях:

  • διακαής — burnt through masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαής — ές (AM διακαής, ές) Ι. 1. διάπυρος, πυρακτωμένος, υπερβολικά θερμός νεοελλ. (για συναισθήματα) θερμός, φλογερός, έντονος II. επίρρ. διακαώς (AM διακαῶς) νεοελλ. έντονα, φλογερά αρχ. μσν. με υπερβολική θερμότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + θ. τού εκάην… …   Dictionary of Greek

  • διακαής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, επίρρ. ώς μτφ., συναισθήματα που βιώνονται με πολύ έντονο, σφοδρό τρόπο: Κατέχομαι από διακαή πόθο να τον δω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακαῆ — διακαής burnt through neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διακαής burnt through masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) διακαής burnt through masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαέστερον — διακαής burnt through adverbial comp διακαής burnt through masc acc comp sg διακαής burnt through neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαεστάτων — διακαής burnt through fem gen superl pl διακαής burnt through masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαεῖ — διακαής burnt through masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) διακαής burnt through masc/fem/neut dat sg διακαίω burn through aor subj pass 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαεῖς — διακαής burnt through masc/fem acc pl διακαής burnt through masc/fem nom/voc pl (attic epic) διακαίω burn through aor subj pass 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαές — διακαής burnt through masc/fem voc sg διακαής burnt through neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαέστατον — διακαής burnt through masc acc superl sg διακαής burnt through neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαεστάτη — διακαής burnt through fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»